Ενημερωθείτε για

Δυσπραξία



Δυσπραξία


Η δυσπραξία είναι η ανωριμότητα ενός ατόμου στις κινήσεις του που προκύπτει από έναν ανώριμο τρόπο διαχείρισης μιας πληροφορίας από τον εγκέφαλο ο οποίος οδηγεί σε κακή μετάδοση των μηνυμάτων προς το σώμα και κακό προγραμματισμό των πράξεων που ακολουθούν.

Κατά συνέπεια, τα άτομα με δυσπραξία συναντούν δυσκολίες στην κίνηση, το συντονισμό, την επεξεργασία πληροφοριών και τις γνωστικές δεξιότητες και συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα στη γλώσσα, τη σκέψη και την αντίληψη ενώ η νοημοσύνη κυμαίνεται σε κανονικά επίπεδα.

Έτσι, σε γενικές γραμμές, τα άτομα με δυσπραξία δυσκολεύονται στο σχεδιασμό και την ολοκλήρωση λεπτών κινήσεων που μπορούν να ποικίλλουν από το να κουνά το χέρι του χαιρετώντας κάποιον άλλο μέχρι το βούρτσισμα των δοντιών.

 

Αναφορικά με την εμφάνιση συμπτωμάτων δυσπραξίας, φαίνεται ότι αυτά ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία.

Έτσι, στην πρώτη παιδική ηλικία το παιδί με δυσπραξία χρειάζεται περισσότερο χρόνο μέχρι να κατακτήσει σημαντικές αναπτυξιακές δεξιότητες όπως να καθίσει, να μπουσουλίσει, να περπατήσει, να μιλήσει, να σταθεί, να βγάλει την πάνα.

Σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία οι δυσκολίες είναι εμφανείς στην εκτέλεση λεπτότερων κινήσεων όπως το δέσιμο των κορδονιών και η γραφή.

Πολλά παιδιά επίσης δυσκολεύονται να ντυθούν αλλά και να χρησιμοποιήσουν ψαλίδι, να ζωγραφίσουν και να παίξουν με μπάλα.

Ακόμα, το παιδί συναντά προβλήματα στη συγκέντρωση και την ισορροπία και για αυτό το λόγο θα είναι ανήσυχο στην τάξη, θα δυσκολεύεται στην εκμάθηση νέων δεξιοτήτων ενώ συχνά θα ρίχνει πράγματα ή θα πέφτει το ίδιο κάτω.

Η συνέπεια όλων αυτών είναι η δυσκολία του παιδιού να έχει φίλους, να διστάζει ή να καθυστερεί πολύ όταν εκτελεί δραστηριότητες, να αποφεύγει δραστηριότητες, να μην ακολουθεί ή να μη θυμάται οδηγίες και να είναι ανοργάνωτο. Ακόμα, το άτομο με δυσπραξία είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σε απτικά, οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα χωρίς όμως να έχει συναίσθηση του κινδύνου ενώ συχνά βιώνει έντονες εναλλαγές διάθεσης και έχει απρόβλεπτη συμπεριφορά.

 

Τα αίτια της δυσπραξίας δεν είναι ακόμα απολύτως γνωστά. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα νευρικά κύτταρα που ελέγχουν τους μύες δεν αναπτύσσονται σωστά και δεν έχουν κατάλληλη σύνδεση μεταξύ τους, οπότε ο εγκέφαλος καθυστερεί να επεξεργαστεί πληροφορίες.

Η διάγνωση της δυσπραξίας γίνεται από εξειδικευμένους επιστήμονες και περιλαμβάνει το εξελικτικό ιστορικό του ατόμου, την πνευματική του ικανότητα αλλά και την εξέταση των αδρών και λεπτών κινητικών δεξιοτήτων του.

Οι αδρές κινητικές δεξιότητες αφορούν στον τρόπο με τον οποίο το παιδί χρησιμοποιεί τους μεγάλους μύες του για να συντονίσει τις κινήσεις του σώματός του και φαίνονται μέσα από δράσεις που περιλαμβάνουν τρέξιμο, άλματα, περπάτημα και διατήρηση ισορροπίας.

Οι λεπτές κινητικές δεξιότητες έχουν να κάνουν με τον τρόπο που το παιδί χρησιμοποιεί τους μικρότερους μύες του για να εκτελέσει δραστηριότητες όπως το δέσιμο κορδονιών και κουμπιών και η γραφή.

 

Τα παιδιά με δυσπραξία φαίνεται να αντιμετωπίζουν και άλλες δυσκολίες πέρα από αυτές στο συντονισμό των κινήσεών τους οι οποίες είναι ιδιαίτερα εμφανείς στο χώρο του σχολείου. Τα παιδιά με δυσπραξία συχνά συναντούν προβλήματα στην ανάγνωση και την ορθογραφία καθώς η ελλειμματική τους προσοχή και η άκρως κυριολεκτική χρήση της γλώσσας επιδρούν στην ικανότητα ανάγνωσης ή στην κατανόηση διαφόρων εννοιών αλλά και στη σύνδεση γραμμάτων και ήχων που επιφέρει δυσχέρειες στην ορθογραφία.

Επίσης, η γραφή των παιδιών με δυσπραξία είναι τόσο κακή που ακόμα και τα ίδια καταλαβαίνουν ότι τα γράμματά τους δεν είναι τόσο καλά όσο των συμμαθητών τους. Αναφορικά με τον προφορικό λόγο, τα παιδιά με δυσπραξία δυσκολεύονται να συντονίσουν εκείνους τους μύες και τις κινήσεις που οδηγούν στην παραγωγή της προφορικής γλώσσας.

Η αντίληψη και η σκέψη των παιδιών με δυσπραξία επίσης δεν μένει ανεπηρέαστη καθώς το παιδί τείνει να έχει ελλιπή κατανόηση των μηνυμάτων που λαμβάνει και δυσκολία στη συσχέτιση αυτών των μηνυμάτων με πράξεις αλλά και στην οργάνωση των σκέψεών τους.

 

Η αντιμετώπιση της δυσπραξίας πρέπει να είναι έγκαιρη και συστηματική. Όσο νωρίτερα αρχίσει μια παρέμβαση αντιμετώπισης της δυσπραξίας τόσο καλύτερα θα είναι τα αποτελέσματα για το παιδί. Η παρέμβαση έχει ως βασικότερο στόχο στην παροχή βοήθειας στο παιδί ώστε να οργανώσει σωστά και όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά τις καθημερινές του δραστηριότητες στο σπίτι, στο σχολείο και στον ελεύθερο χρόνο του αλλά και να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που συναντά στη γραφή, την ανάγνωση και την παραγωγή της γλώσσας.

Εξαιρετικά βοηθητική είναι και η ψυχοσυναισθηματική στήριξη του παιδιού που θα τονώσει την αυτό-εκτίμηση του παιδιού και θα το βοηθήσει να προσαρμοστεί κοινωνικά. Η συνολική αντιμετώπιση της δυσπραξίας γίνεται από ομάδα ειδικών επιστημόνων πάντα σε συνεργασία με τους γονείς και τους δασκάλους του παιδιού.

 

 

 

 

< Επιστροφή